κλείω


κλείω
запираю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "κλείω" в других словарях:

  • Κλειώ — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κλειώ — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν μία από τις εννέα Μούσες, θεά του άσματος (Πίνδαρος, Βακχυλίδης) ή θεά των πηγών (Σιμωνίδης). Θεωρείται εφευρέτρια της κιθάρας, αλλά υπάρχει επίγραμμα που την αποκαλεί θεά της μαντείας. Επίσης, ήταν η μούσα που… …   Dictionary of Greek

  • κλείω — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν μία από τις εννέα Μούσες, θεά του άσματος (Πίνδαρος, Βακχυλίδης) ή θεά των πηγών (Σιμωνίδης). Θεωρείται εφευρέτρια της κιθάρας, αλλά υπάρχει επίγραμμα που την αποκαλεί θεά της μαντείας. Επίσης, ήταν η μούσα που… …   Dictionary of Greek

  • κλείω — κλέω tell of pres subj act 1st sg κλέω tell of pres ind act 1st sg κλείω 1 shut pres subj act 1st sg κλείω 1 shut pres ind act 1st sg κλείω 2 celebrate pres subj act 1st sg κλείω 2 celebrate pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκληιμένα — κλείω 1 shut perf part mp neut nom/voc/acc pl (attic) κεκληιμένᾱ , κλείω 1 shut perf part mp fem nom/voc/acc dual (attic) κεκληιμένᾱ , κλείω 1 shut perf part mp fem nom/voc sg (attic doric aeolic) κεκληῑμένα , κλείω 1 shut perf part mp neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκλῃμένα — κλείω 1 shut perf part mp neut nom/voc/acc pl (attic) κεκλῃμένᾱ , κλείω 1 shut perf part mp fem nom/voc/acc dual (attic) κεκλῃμένᾱ , κλείω 1 shut perf part mp fem nom/voc sg (attic doric aeolic) κεκληῑμένα , κλείω 1 shut perf part mp neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκληιμένον — κλείω 1 shut perf part mp masc acc sg (attic) κλείω 1 shut perf part mp neut nom/voc/acc sg (attic) κεκληῑμένον , κλείω 1 shut perf part mp masc acc sg (epic ionic) κεκληῑμένον , κλείω 1 shut perf part mp neut nom/voc/acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκλῃμέναι — κλείω 1 shut perf part mp fem nom/voc pl (attic) κεκλῃμένᾱͅ , κλείω 1 shut perf part mp fem dat sg (attic doric aeolic) κεκληῑμέναι , κλείω 1 shut perf part mp fem nom/voc pl (epic ionic) κεκληῑμένᾱͅ , κλείω 1 shut perf part mp fem dat sg (epic …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκλῃμένον — κλείω 1 shut perf part mp masc acc sg (attic) κλείω 1 shut perf part mp neut nom/voc/acc sg (attic) κεκληῑμένον , κλείω 1 shut perf part mp masc acc sg (epic ionic) κεκληῑμένον , κλείω 1 shut perf part mp neut nom/voc/acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκλῃμένων — κλείω 1 shut perf part mp fem gen pl (attic) κλείω 1 shut perf part mp masc/neut gen pl (attic) κεκληῑμένων , κλείω 1 shut perf part mp fem gen pl (epic ionic) κεκληῑμένων , κλείω 1 shut perf part mp masc/neut gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κληίσω — κλείω 1 shut aor subj act 1st sg (attic) κλείω 1 shut fut ind act 1st sg (attic) κληί̱σω , κλείω 1 shut aor subj act 1st sg (epic ionic) κληί̱σω , κλείω 1 shut aor ind mid 2nd sg (epic ionic) κλῄζω 1 make famous aor subj act 1st sg κλῄζω 1 make… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)